Το «δεν πειράζει» είναι μια από τις πιο βολικές φράσεις της καθημερινότητας. Λέγεται γρήγορα, χωρίς ένταση, χωρίς εξηγήσεις. Μοιάζει να κλείνει μια κατάσταση πριν καν ανοίξει. Όταν όμως γίνεται σταθερός τρόπος αντίδρασης, παύει να είναι απλώς ένδειξη χαλαρότητας. Γίνεται φίλτρο μέσα από το οποίο περνούν όλες οι μικρές στιγμές της ημέρας σου. Και αυτό το φίλτρο αρχίζει να θολώνει την εικόνα. Δεν ξεχωρίζεις πια αν κάτι όντως δεν έχει σημασία ή αν απλώς δεν θέλεις να ασχοληθείς μαζί του. Το δεν πειράζει, όταν χρησιμοποιείται συνεχώς, δεν μειώνει μόνο την ένταση γύρω σου. Μειώνει και τη σαφήνεια μέσα σου.
Όταν αποφεύγεις τη μικρή δυσκολία της εξήγησης.
Κάθε φορά που κάτι σε ενοχλεί, υπάρχει μια μικρή επιλογή: είτε θα το πεις είτε θα το αφήσεις. Το δεν πειράζει σε απαλλάσσει από τη διαδικασία της εξήγησης. Δεν χρειάζεται να βρεις λέξεις, να διατυπώσεις τι σε ενόχλησε, να μπεις σε μια πιθανή αμηχανία. Γλιτώνεις χρόνο και ενέργεια εκείνη τη στιγμή. Όμως η αποφυγή δεν σημαίνει ότι το θέμα εξαφανίστηκε. Απλώς μεταφέρθηκε μέσα σου. Όσο περισσότερες φορές επιλέγεις να μη μιλήσεις για κάτι μικρό, τόσο πιο εύκολα συνηθίζεις να μη μιλάς ούτε για κάτι μεγαλύτερο. Και τότε η φράση δεν λειτουργεί ως εκτόνωση, αλλά ως συσσώρευση.
Όταν αρχίζεις να μικραίνεις τις ανάγκες σου χωρίς να το καταλάβεις.
Στην αρχή είναι λεπτομέρειες. Δεν πειράζει που άργησαν, δεν πειράζει που δεν με ρώτησαν, δεν πειράζει που δεν έγινε όπως το φαντάστηκα. Με τον καιρό όμως, το δεν πειράζει δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη στιγμή. Αφορά το πόσο χώρο επιτρέπεις στον εαυτό σου να έχει. Αν κάθε επιθυμία σου περνά από το φίλτρο της υποβάθμισης, τότε σταδιακά εκπαιδεύεσαι να ζητάς λιγότερα. Όχι επειδή δεν τα αξίζεις, αλλά επειδή έχεις μάθει να τα θεωρείς περιττά. Κι αυτή η μείωση δεν γίνεται απότομα. Γίνεται ήσυχα, μέσα από επαναλαμβανόμενες μικρές παραχωρήσεις.
Όταν η ηρεμία γύρω σου έχει τίμημα.
Το «δεν πειράζει» κρατά το περιβάλλον ήσυχο. Δεν δημιουργεί αντιπαραθέσεις, δεν ανοίγει συζητήσεις, δεν διαταράσσει την ατμόσφαιρα. Αυτό μπορεί να φαίνεται θετικό. Αν όμως η ηρεμία αυτή βασίζεται στο ότι εσύ αποσύρεις συνεχώς τη φωνή σου, τότε δεν πρόκειται για ισορροπία. Πρόκειται για μονομερή προσαρμογή. Η σιωπή σου εξασφαλίζει γαλήνη στους άλλους, αλλά αφήνει εσένα χωρίς χώρο έκφρασης. Και όσο περισσότερο συνηθίζεις να κρατάς χαμηλό προφίλ, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να ξεχωρίσεις πότε πραγματικά δεν έχει σημασία κάτι και πότε απλώς το καταπίνεις.
Όταν η φράση γίνεται αυτόματη αντίδραση.
Υπάρχουν στιγμές που λες δεν πειράζει πριν καν επεξεργαστείς τι συνέβη. Είναι σχεδόν αντανακλαστικό. Δεν περνά από σκέψη, δεν ζυγίζεται. Απλώς εκφέρεται. Όταν μια απάντηση γίνεται αυτόματη, παύει να είναι συνειδητή επιλογή. Και όταν δεν υπάρχει συνειδητή επιλογή, δεν υπάρχει και αξιολόγηση. Το αποτέλεσμα είναι ότι χάνεις την επαφή με το τι πραγματικά σε αγγίζει. Όχι επειδή δεν έχεις κριτήριο, αλλά επειδή δεν το χρησιμοποιείς.
Όταν χάνεται το μέτρο.
Δεν είναι όλα άξια αντίδρασης. Υπάρχουν πράγματα που πράγματι δεν πειράζουν. Η δυσκολία αρχίζει όταν όλα αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο. Όταν δεν υπάρχει διαβάθμιση. Αν μια μικρή αστοχία και μια σημαντική παράλειψη παίρνουν την ίδια απάντηση, τότε κάτι δεν λειτουργεί. Η διάκριση είναι απαραίτητη για να προστατεύεις όσα έχουν αξία για σένα. Αν την αντικαταστήσεις με γενική ανοχή, τότε αργά ή γρήγορα θα βρεθείς να έχεις συνηθίσει πράγματα που κάποτε θα σε απασχολούσαν σοβαρά.
Το «δεν πειράζει» δεν είναι λάθος. Είναι χρήσιμο όταν λέγεται με επίγνωση. Όταν όμως γίνεται η μόνιμη γέφυρα για να περνάς πάνω από κάθε μικρή ενόχληση χωρίς να την κοιτάς, τότε χάνεται η επαφή με τα όριά σου. Δεν χρειάζεται να μεγεθύνεις τα πάντα. Χρειάζεται όμως να ξέρεις πότε κάτι αξίζει να σταθείς και πότε πραγματικά μπορείς να το αφήσεις. Γιατί αν τα αφήνεις όλα, στο τέλος δεν θα έχει μείνει τίποτα που να ξεχωρίζει ως σημαντικό για σένα.


